Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Στην αγκαλιά του Μορφέα

Δεν ήξερα τι να συλλογιστώ πρώτα. Απ’τη μια ήμουν πλέον ο αρχηγός τον καλικάντζαρων. Είχα τη δύναμη να προστάξω κάθε μαγικό ον, και να διεκδικίσω το θρόνο μου. Απ’την άλλη είχα δεκάδες αντιπάλους που όλοι με θέλανε νεκρό. Και σε τελική ανάλυση ποτέ δε ζήτησα να γίνω αρχηγός, και δεν κατάλαβα ποιος ήταν ο λόγος που ο Σανατάριος έκανε κάτι τέτοιο.

Είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι μου και παρατηρούσα την μωβ πέτρα, που έμενε σφηνωμένη στην παλάμη μου παρά τις προσπάθειές μου να την ξεριζώσω. Προσπάθησα να την διατάξω, αλλά ήταν πέρα απο τις δυνάμεις μου. Νομίζω μάλιστα πως χειροτέρεψα τα πράγματα, γιατί οι φλέβες γύρω απο την πληγή είχαν ποτίσει απο τη δύναμη της πέτρας και είχαν πάρει ένα πολύ σκούρο μωβ χρώμα.

Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να απαλλαγώ απο αυτή την πέτρα, και μάλιστα σύντομα, γιατί το τελευταίο που ήθελα ήταν μια ακόμα συνάντηση με τον γιγαντιαίο κυνηγό μου. Μόνο ένα άτομο μπορούσε να με βοηθήσει στην κατάσταση που βρισκόμουν. Αυτό ήταν κάτι που θα απέφευγα γενικά, αλλά η περίπτωσή μου έχριζε άμεσης βοήθειας, οπότε δεν είχα άλλη επιλογή απ’το να πάω να βρω την Καν’Γιόλα αύριο κιόλας.

Η Καν’Γιόλα είναι μια φίλη που ζει βαθιά μέσα στο δάσος του Χάους και είναι βιβλιοφάγος, -πάντα με την μεταφορική έννοια-. Ξέρει όσα δεν θα μάθετε ποτέ όλοι οι άνθρωποι μαζί, και ακόμα περισσότερα. Δυστυχώς όμως έχει ένα ελάττωμα να αναστατώνει και να διαλύει ότι βρίσκεται κοντά της. Για τα πρακτικά, η Καν’Γιόλα ήταν αυτή που έδωσε το όνομα στο δάσος. Κι αυτό, γιατί είχε καταστρέψει τα πάντα σε ακτίνα χιλιομέτρων γύρω της, με αποτέλεσμα να μετατρέψει το δάσος σε ένα χάος. Τόσο ατσούμπαλη ήταν. Βέβαια κανείς ποτέ δεν κατάφερε να της κρατήσει κακία γιατί με το δυνατό γέλιο της έδιωχνε κάθε δυστυχές συναίσθημα πολύ πολύ μακριά.

Είχα όμως αρκετές ώρες μπροστά μου μέχρι το ξημέρωμα και θα μου χρησίμευε ένας υπνάκος. Έκλεισα τα μάτια και αφέθηκα στη ζεστασιά του κρεβατιού μου. Ένιωσα να βουλιάζω στο μαξιλάρι χωρίς να φέρω καμία αντίσταση. Οι ήχοι της νύχτας άρχισαν να σβήσουν και η ανάσα μου λιγόστεψε. Άρχισα να νιώθω λίγο άβολα και προσπάθησα να αλλάξω πλευρό, μα μου ήταν αδύνατο να κουνηθώ. Έκανα μία ακόμα προσπάθεια, αλλά ήταν σαν να είχα πάνω μου τεράστιο βάρος. Έμενα κοκκαλωμένος σε ένα σημείο. Ξαφνικά κατάλαβα τι συνέβαινε. Είχα παγιδευτεί σε ένα υπνωτικό μαξιλάρι, ένας πανούργος τρόπος να ξεφορτωθείς κάποιον, και αν δεν έκανα κάτι, σύντομα θα με έπνιγε!

«Άφησέ με..», κατάφερα να ξεστομίσω. Αμέσως το μαξιλάρι χαλάρωσε και έμεινε ακίνητο. Πώς δεν το σκέφτηκα..Κάθε μαγικό ον υπακούει στις εντολές μου! Δεν νομίζω να είχε υπολογίσει κάτι τέτοιο ο Σανατάριος.  Ήταν καιρός να περάσω στην αντεπίθεση, και να μάθω τι κρύβεται πίσω απο όλα αυτά. Αλλά πρώτα θα χρησιμοποιούσα τις δυνάμεις μου για λίγη αληθινή ξεκούραση, και σ’αυτό θα με βοηθούσε το δολοφονικό μου μαξιλάρι!

«Θέλω να κάνω τον καλύτερο ύπνο, με τα πιο γλυκά όνειρα», το διέταξα.

Εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκα οτι πετούσα.