Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Στην αγκαλιά του Μορφέα

Δεν ήξερα τι να συλλογιστώ πρώτα. Απ’τη μια ήμουν πλέον ο αρχηγός τον καλικάντζαρων. Είχα τη δύναμη να προστάξω κάθε μαγικό ον, και να διεκδικίσω το θρόνο μου. Απ’την άλλη είχα δεκάδες αντιπάλους που όλοι με θέλανε νεκρό. Και σε τελική ανάλυση ποτέ δε ζήτησα να γίνω αρχηγός, και δεν κατάλαβα ποιος ήταν ο λόγος που ο Σανατάριος έκανε κάτι τέτοιο.

Είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι μου και παρατηρούσα την μωβ πέτρα, που έμενε σφηνωμένη στην παλάμη μου παρά τις προσπάθειές μου να την ξεριζώσω. Προσπάθησα να την διατάξω, αλλά ήταν πέρα απο τις δυνάμεις μου. Νομίζω μάλιστα πως χειροτέρεψα τα πράγματα, γιατί οι φλέβες γύρω απο την πληγή είχαν ποτίσει απο τη δύναμη της πέτρας και είχαν πάρει ένα πολύ σκούρο μωβ χρώμα.

Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να απαλλαγώ απο αυτή την πέτρα, και μάλιστα σύντομα, γιατί το τελευταίο που ήθελα ήταν μια ακόμα συνάντηση με τον γιγαντιαίο κυνηγό μου. Μόνο ένα άτομο μπορούσε να με βοηθήσει στην κατάσταση που βρισκόμουν. Αυτό ήταν κάτι που θα απέφευγα γενικά, αλλά η περίπτωσή μου έχριζε άμεσης βοήθειας, οπότε δεν είχα άλλη επιλογή απ’το να πάω να βρω την Καν’Γιόλα αύριο κιόλας.

Η Καν’Γιόλα είναι μια φίλη που ζει βαθιά μέσα στο δάσος του Χάους και είναι βιβλιοφάγος, -πάντα με την μεταφορική έννοια-. Ξέρει όσα δεν θα μάθετε ποτέ όλοι οι άνθρωποι μαζί, και ακόμα περισσότερα. Δυστυχώς όμως έχει ένα ελάττωμα να αναστατώνει και να διαλύει ότι βρίσκεται κοντά της. Για τα πρακτικά, η Καν’Γιόλα ήταν αυτή που έδωσε το όνομα στο δάσος. Κι αυτό, γιατί είχε καταστρέψει τα πάντα σε ακτίνα χιλιομέτρων γύρω της, με αποτέλεσμα να μετατρέψει το δάσος σε ένα χάος. Τόσο ατσούμπαλη ήταν. Βέβαια κανείς ποτέ δεν κατάφερε να της κρατήσει κακία γιατί με το δυνατό γέλιο της έδιωχνε κάθε δυστυχές συναίσθημα πολύ πολύ μακριά.

Είχα όμως αρκετές ώρες μπροστά μου μέχρι το ξημέρωμα και θα μου χρησίμευε ένας υπνάκος. Έκλεισα τα μάτια και αφέθηκα στη ζεστασιά του κρεβατιού μου. Ένιωσα να βουλιάζω στο μαξιλάρι χωρίς να φέρω καμία αντίσταση. Οι ήχοι της νύχτας άρχισαν να σβήσουν και η ανάσα μου λιγόστεψε. Άρχισα να νιώθω λίγο άβολα και προσπάθησα να αλλάξω πλευρό, μα μου ήταν αδύνατο να κουνηθώ. Έκανα μία ακόμα προσπάθεια, αλλά ήταν σαν να είχα πάνω μου τεράστιο βάρος. Έμενα κοκκαλωμένος σε ένα σημείο. Ξαφνικά κατάλαβα τι συνέβαινε. Είχα παγιδευτεί σε ένα υπνωτικό μαξιλάρι, ένας πανούργος τρόπος να ξεφορτωθείς κάποιον, και αν δεν έκανα κάτι, σύντομα θα με έπνιγε!

«Άφησέ με..», κατάφερα να ξεστομίσω. Αμέσως το μαξιλάρι χαλάρωσε και έμεινε ακίνητο. Πώς δεν το σκέφτηκα..Κάθε μαγικό ον υπακούει στις εντολές μου! Δεν νομίζω να είχε υπολογίσει κάτι τέτοιο ο Σανατάριος.  Ήταν καιρός να περάσω στην αντεπίθεση, και να μάθω τι κρύβεται πίσω απο όλα αυτά. Αλλά πρώτα θα χρησιμοποιούσα τις δυνάμεις μου για λίγη αληθινή ξεκούραση, και σ’αυτό θα με βοηθούσε το δολοφονικό μου μαξιλάρι!

«Θέλω να κάνω τον καλύτερο ύπνο, με τα πιο γλυκά όνειρα», το διέταξα.

Εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκα οτι πετούσα.

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Μπάαλ

Όταν άνοιξε ο σάκος, δεν μπορούσα να αποφασίσω τι με ενοχλούσε περισσότερο, ο πονοκέφαλος, ή το άδειο μου στομάχι. Βρισκόμασταν σε μια πολύ μεγάλη πέτρινη αίθουσα, αρκετά κάτω απο τη γη. Το μόνο που ακουγόταν ήταν η φωτιά των δαυλών που σιγόκαιγαν και οι ρυθμικές σταγόνες απο τους σταλακτίτες. Ένας επιβλητικός βράχος βρισκόταν στο κέντρο. Δυο αγριοχερούκλες με τραβήξανε έξω και με σείρανε μπροστά σε δυο γνώριμα ασχημοπόδαρα. Σήκωσα το ταλαιπωρημένο μου κεφάλι.

«Λοιπόν Σανατάριε, το έχω πια αποφασίσει. Θα είσαι ο πρώτος που θα γευτεί την ολοκαίνουρια Πουκολεπίδα μου.»

«Θα σου πρότεινα να κρατήσεις αυτή την τιμή για τον Μπάαλ, αν βέβαια προλάβεις να τραβήξεις το όπλο σου», είπε ο παλιόφιλός μου, και άρπαξε το αριστερό μου χέρι.

«Δεν ξέρω ποιος είναι αυτός ο Μπάαλ που μου λες, αλλά... ΑΟΥΤΣ!», ξεφώνισα ενώ ο Σανατάριος μου τρυπούσε την παλάμη με τη λεπίδα του. Έβγαλε απο την τσέπη του μια μικρή μυτερή μωβ πέτρα και την έχωσε μέσα στην πληγή μου.

«Αρχηγός εσύ θα είσαι
 Σε όλων τη ματιά,
Γιατί σημάδι φέρεις
Απ’τα χρόνια τα παλιά.
Και μέχρι το κεφάλι σου να πέσει,
Αρχηγός εσύ θα είσαι», απήγγειλε και άνοιξε τα μάτια του με ένα χαμόγελο στα στραβά του χείλη.

«Τα συγχαρίκια μου! Είσαι ο νέος αρχηγός των Καλικαντζάρων!... Για όσα λεπτά σου απομένουν.. Και τώρα, Πλανήταρε, επίτρεψέ μου να σου γνωρίσω, τον Μπάαλ!»

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα. Ξαφνικά οι ήχοι άρχισαν να χάνονται σαν τα τους είχε ρουφήξει κάποια δίνη. Η γη κάτω απο τα πόδια μου άρχισε να τρέμει. Είδα τους δυο φρουρούς και τον Σανατάριο να χτυπούν τα δάχτυλά τους και να εξαφανίζονται με χαμόγελα στα χείλη. Τους φώναξα, μα η φωνή μου δεν ακούστηκε. Ο τεράστιος βράχος στο κέντρο της αίθουσας σχίστηκε σε κομμάτια.

Σε γενικές γραμμές δεν είμαι τύπος που πανικοβάλλεται, όμως εκείνη τη στιγμή, θα σας το ομολογήσω. Είχε παγώσει το ήδη κρύο αίμα μου. Πέτρινα κομμάτια άρχισαν να πέφτουν ολόγυρα χωρίς κανένα θόρυβο, και απο το βράχο πετάχτηκε ένα γιγάντιο μειώδες χέρι τρεις φορές μεγαλύτερο κι απ’τα δικά σας. Δεν χρειαζόταν να δω περισσότερα. Με τον πανικό μου να χτυπά κόκκινο, γύρισα και άρχισα να τρέχω προς την έξοδο της σπηλιάς. Έκανα να μεταμορφωθώ σε αίλουρο μα το περιβραχιώνιο που μου είχε δώσει ο φρουρός να φορέσω, δεν μου το επέτρεψε. Με μια βουτιά απέφυγα δυο πέτρες και τότε ένιωσα πίσω μου έναν ισχυρό τρανταγμό.

Ο Μπάαλ είχε ελευθερωθεί. Το έδαφος κάτω απ’τα πόδια μου τρανταζόταν στον καλπασμό του γιγάντιου τέρατος. Χωρίς καν να γυρίσω να κοιτάξω συνέχισα να τρέχω με όλη μου τη δύναμη προς την έξοδο. Με ένα σάλτο το κτήνος πέρασε πάνω απο το κεφάλι μου και προσγειώθηκε μπροστά μου, ύστερα γύρισε και με κοίταξε με τα κατάμαυρα χωρίς ασπράδι μάτια του. Ανοιγόκλεισε το στόμα του σε έναν άηχο βρυχηθμό. Θα έλεγε κανείς πως έμοιαζε με διασταύρωση κέρβερου και καλικάντζαρου. Ορθώθηκε στα πόδια του και κατέβασε το χέρι του με τα δολοφονικά του νύχια πάνω μου.

Αυθόρμητα, τράβηξα την λεπίδα μου σε μια ανέλπιστη προσπάθεια να αμυνθώ, έκλεισα τα μάτια και περίμενα το τραγικό μου τέλος. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα μα δε συνέβη τίποτα, και έτσι άνοιξα δειλά, τα μάτια μου. Βρισκόμουν μέσα σε μια χρυσή σφαίρα, που σταμάτησε το χτύπημα του Μπάαλ, ο οποίος εξαγριωμένος προσπαθούσε να τη σπάσει .

«Πλαν...», άκουσα άξαφνα μια φωνή να με καλεί. «Πλαν... πες μου που θα ‘θελες να βρίσκεσαι τώρα?»

«Πούκα? Εσύ είσαι?», ρώτησα κοιτάζοντας ολόγυρα.

«Πλαν... Δεν έχεις πολύ χρόνο... Που θα ‘θελες να βρίσκεσαι?»

Ο Μπάαλ είχε αρχίσει να ραγίζει τη χρυσή σφαίρα με τα χτυπήματά του. Δεν είχα καιρό για συζητήσεις..

«Σπίτι μου! Θα ήθελα να βρίσκομαι σπίτι μου!»

Το χρυσό τοίχωμα της σφαίρας στα πόδια μου άρχισε να στριφογυρνά, τραβώντας με προς τα κάτω. Σύντομα είχα μπει σχεδόν όλος μέσα, μα δεν μπόρεσα να κρατηθώ.. Έβγαλα το χέρι μου απο τη δίνη και έκανα μια άσεμνη χειρονομία στο κτήνος.

Την ίδια στιγμή έπεσα απο τον νυχτερινό ουρανό και έσκασα σαν ώριμο φρούτο στο έδαφος. Σηκώθηκα τρίβοντας την πλάτη μου και κοίταξα πάνω τη χρυσή σφαίρα να σκάει σα σαπουνόφουσκα και να αφήνει πίσω της μια ψιλή βροχή χρυσόσκονης. Χαμογέλασα, και κοίταξα ολόγυρα τα δέντρα του δάσους. Το βλέμμα μου σταμάτησε στο πιο μεγάλο και όμορφο δέντρο. Μια μικρή πόρτα υπήρχε στον κορμό του, με ένα σβηστό φανάρι κρεμασμένο στο πλάι.

Είχα γυρίσει σπίτι μου!

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Η πύλη

Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα και εγώ πεινούσα σα λύκος. Μπορεί βέβαια να έφταιγε το γεγονός πως είχα μεταμορφωθεί σε λύκο, αλλά η σκέψη δεν με βοήθησε καθόλου. Είχα αρχίσει να νευριάζω. Δεν μου αρέσει να με στήνουν, και άλλωστε δεν το ζήτησα εγώ να κατέβω ‘κει κάτω. 

Οι οδηγίες ήταν σαφείς. Να συναντήσω τον φρουρό, το σούρουπο έξω απο τη σπηλιά. Βέβαια όχι όποια κι όποια σπηλιά, αλλά την πύλη για το σπιτάκι μου που τόσο μου ‘λειπε. Το μόνο που με χώριζε απο τη θαλπωρή της πατρίδας μου ήταν αυτό το καταραμένο πλέγμα ολόγυρα της σπηλιάς. Δε θα ‘θελα να μάθω τι θα πάθαινε το σωματάκι μου αν το διαπερνούσα χωρίς άδεια.

Επιτέλους μετά απο ώρες αναμονής, η αυξημένη λυκίσια μου όσφρηση έπιασε την οσμή ενός δικού μου να πλησιάζει. Ένας καχεκτικός και κοντός καλικάντζαρος πλησίασε με κοφτά βήματα προς το μέρος μου. Έφτασε και στάθηκε μπροστά μου, απ’την άλλη μεριά του πλέγματος. Έβγαλε απο την τσέπη του ένα καφετί περιβραχιώνιο και το πέταξε μπροστά μου.

«Πρέπει να το φορέσεις πριν σ’αφήσω να περάσεις», στρίγγλισε με φωνή που θύμιζε χαλασμένο μοτεράκι. «Θα σε εμποδίσει να χρησιμοποιήσεις οποιαδήποτε ιδιότητά σου, μιας και θεωρείσαι ακόμα επικίνδυνος.»

Χωρίς δεύτερη κουβέντα πήρα την κανονική μου μορφή, το σήκωσα και το φόρεσα. Αν και τρωγόμουν να κάνω καζούρα στον δύστυχο χαμάλη, δεν ήθελα να πιέσω την τύχη μου παραπάνω. Με το που έκλεισα το κούμπωμα, το ένιωσα να σφίγγει γύρω απο τον καρπό μου. Μάλλον δεν θα είναι και τόσο εύκολο να το βγάλω. Ο καχεκτικός συμπατριώτης πήρε θέση και άρχισε να απαγγέλει.

«Να βγεις να μπεις, θε να μπορείς
Απο την πύλη δαύτη.
Θάνατο τώρα, δε θα βρεις
Απ’του ιστού τον ράφτη», γκάριξε ο φρουρός

«Αυτό ήταν? Τόσα χρόνια με κρατούσε ‘δω πάνω ένα ποιηματάκι?... Ας είναι...»

Πέρασα το δίχτυ και μπήκα μέσα στη σπηλιά με τον κοντοπίθαρο να προσπαθεί να φτάσει τον δρασκελισμό μου. Καθώς έβλεπα τα υγρά σκοτεινά τοιχώματα, και πατούσα τις σκληρές μυτερές πέτρες, άρχισαν να με κατακλίζουν γλυκιές αναμνήσεις. Είχα σχεδόν ξεχάσει πόσο όμορφη ήταν η πατρίδα μου. Αλλά δεν είχα ξεχάσει το δρόμο. Και σε αυτή τη στροφή έπρεπε να είχαμε στρίψει δεξιά.

«Εε, μικρούλη, έχω την εντύπωση πως πήραμε λάθος δρόμο.. Δεξιά πρέπει να στρίψουμε...», του είπα

«Αριστερά», απάντησε κοφτά.

«Είμαι σχεδόν σίγουρος πως...»

«Αριστερά», ξανα-απάντησε με τον ίδιο ακριβώς τόνο.

Συνέχισα να κατηφορίζω με τον κοντό να με ακολουθεί, και δε δίστασα να δείξω τον εκνευρισμό μου. Δεν κατάλαβα δηλαδής, επειδή ήμουν εξόριστος, τώρα θα μου φαίρονται όλοι σαν τον τελευταίο Μαλαπέρδα? Ε, όχι αυτό πάει πολύ...!

«Άκου να δεις... πώς σε είπαμε?», γύρισα να τον ρωτήσω, αλλά ο ζουμπάς είχε γίνει λούης! Ώσπου να καταλάβω τι γίνεται, κάποιος μου έριξε μια στο κεφάλι και είδα την οροφή της σπηλιάς, έργο του Γκαουντί (παλιός γνώριμος, μεγάλη ιστορία). Ένας άλλος με τράβηξε απ’τα πόδια και με έχωσε σε έναν σάκο. Πριν προλάβω να ρίξω κάνα μπινελίκι, έδεσαν το άνοιγμα, και με έσυραν ώσπου βρήκα σε μια κοτρόνα και το έργο του Γκαουντί άρχισε να σκοτεινιάζει, μαζί με τα πάντα γύρω μου.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Ένα δώρο απ'τα παλιά

Με γοργά και αθόρυβα βήματα έφτασα μπροστά στο ψυγείο, άνοιξα την πόρτα και έβαλα όσες λιχουδιές χωρούσαν στις τσέπες μου. Στρίμωξα δυο μπανάνες κάτω απο τις μασχάλες , φόρτωσα τα χέρια μου με ψωμιά και αλλαντικά και με μια σοκολάτα στο στόμα τράβηξα για το γραφείο του σπιτιού που μόλις είχα διαρρήξει. Έσπρωξα την πόρτα με το πόδι μου, άνοιξα το φως... αλλά δεν ήμουν μόνος..

Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα και η σοκολάτα έπεσε απο το στόμα μου. Καθόταν στην καρέκλα με το ροζ φορεματάκι της, και είχε τα πόδια πάνω στο τραπέζι, τα οποία κουνούσε ρυθμικά σε μια βουβή μουσική. Φορούσε όπως πάντα τις ριγέ της κάλτσες και τα κόκκινα γυαλιστερά παπούτσια, και με κοιτούσε με την άκρη των ματιών της. Κατάρα! Δεν περίμενα να την συναντήσω για τα επόμενα εκατό χρόνια! Ο λόγος που ήμουν παγιδευμένος ‘δω πάνω ήταν γιατί έσωσα αυτή τη χαζοβιόλα νεράιδα απο πέντε δικούς μου που προσπαθούσαν να της ξεριζώσουν τα φτερά.

«Γεία σου Πλαν...»

«Δεν ξέρω τι θες αλλά είμαι πολύ απασχολημένος», της απάντησα.

«Το βλέπω», είπε ενώ με παρακολουθούσε να προσπαθώ να σηκώσω τη σοκολάτα με το στόμα μου. «Το ξέρουμε κι οι δυό πως σου χρωστάω μια χάρη.»

«Γε μου χγωχτάχ μια χάγη, α--ά τη γωή χου!», μουρμούρισα αφού κατάφερα επιτέλους να σηκώσω τη σοκολάτα.

«Ακριβώς!» Πετάχτηκε όρθια πάνω στην καρέκλα και έβαλε τα χέρια στη μέση της. Τα διάφανα φτερά της ξεδιπλώθηκαν επιδεικτικά. «Και επειδή δεν θέλω να είμαι υπόχρεη σε κανέναν, και ξέρω πόσα πέρασες εγκλωβισμένος εδω πέρα, ήρθα για να σε βοηθήσω!»

«Δεν μπορείς να με βοηθήσεις σε κάτι, και να κατέβεις απ’την καρέκλα γιατί δεν έχω που να ακουμπήσω τα φαγητά μου.»

«Έμαθα για τις εκλογές σας και ήρθα για να σου προσφέρω αυτό!» είπε και έβγαλε απο την τσέπη της μια γυαλιστερή λεπίδα με χρυσή χειρολαβή.

Αυτή τη φορά μου έπεσαν όλα τα τρόφιμα κάτω. Είχα μείνει αποσβολωμένος να κοιτάζω την λεπίδα που είχα να δω εικοστέσσερα χρόνια! Συγκεκριμένα απο τότε που την έσπασαν σε χίλια κομμάτια οι δικοί μου, επειδής προστάτεψα μια νεράιδα. Και ένας καλικάντζαρος χωρίς τη λεπίδα του, είναι απροστάτευτος σαν ποντικός σε γατολημέρια. Την πήρα στα χέρια μου και την στριφογύρισα. Ήταν δυνατή όπως τότε, και έμοιαζε σαν να μην την έσπασαν ποτέ.  Ήταν το καλύτερο δώρο!

«Τι είναι αυτές οι χρυσές αηδίες πάνω της?», της είπα χωρίς να πάρω τα μάτια μου απο τη λεπίδα.

«Την διακόσμησα λίγο, όταν την έφτιαχνα. Δεν είναι πολύ γλυκιά?!»

«Χάλια είναι! ....Ευχαριστώ Πούκα..»

«Δεν κάνει τίποτα Πλαν. Νομίζω είμαστε πάτσι τώρα. Το καλό που σου θέλω, να σκίσεις εκεί κάτω!»

«Ό,τι θέλω θα κάνω! Δεν θα μου πεις εσύ!» της πέταξα λίγο πριν εξαφανιστεί αφήνοντας πίσω της μια μολότωφ χρυσόσκονης.

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

Κάτι εντελώς απρόσμενο

Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι βάζετε τους υπολογιστές σας πάνω στα τραπέζια.. Είναι τόσο άβολα να κάθεσαι εδώ πάνω. Άσε που δεν έχει και χώρο να κάτσεις. Ίσα που χωρώ πίσω απ’το πληκτρολόγιο. Ευτυχώς που έχετε καρέκλες και μπορώ να ακουμπάω κάπου τα φαγητά.Τέλος πάντων...

Πετούσα που λέτε πάνω απο την ανταριασμένη θάλασσα και κάτω απο έναν γκριζόμαυρο ουρανό γιομάτο συννεφιές. Κουνούσα τις γλαρίσιες φτερούγες μου στο ρυθμό του σχεδόν πεθαμένου Οκτώβρη, ο οποίος είναι αργός και μελαγχολικός μιας και όλα αρχίζουν να παγώνουν. Νόμιζα πως τίποτα δεν θα μου χαλούσε αυτή την υπέροχη μέρα, ώσπου είδα την αναθεματισμένη λάμψη.

Μέσα απο μια κούρμπα ανάμεσα σε δυο βράχους, καμιά διακοσαριά μέτρα μακριά, ένα κυανοπράσινο φως ξοπήδησε ζωηρά και ύστερα χαμήλωσε και αχνόφεγγε σταθερά. Ήταν σίγουρα σινιάλο καλικάντζαρου.. Με μια θεαματική βουτιά (είμαι φιγουρατζής τι να κάνουμε) προσγειώθηκα μέσα στη μικρή σπηλιά και μπροστά σε μια ασχημόφατσα που δεν περίμενα –κι ούτε ευελπιστούσα- να ξαναδώ.

«Νομίζω πως ήρθες λίγο νωρίς Σανατάριε. Τα Χριστούγεννα είναι σε δυο μήνες απο τώρα», του είπα με φωνή που εξέφραζε την πλήρη δυσαρέσκειά μου.

Ο Σανατάριος ήταν ένας «παλιόφιλος» απο ‘κει κάτω, σπιούνος και κερατάς ως εκεί που δεν πάει άλλο, και ένας απο τους λόγους που βρίσκομαι παγιδευμένος ‘δω πέρα μαζί σας. Και αυτά που είπα τις προάλλες για τις διαφορές μεταξύ καλικαντζάρων, ψέματα ήταν.. Χειρότερα κι απο σας σφαζόμαστε, απλά όχι για τους ηλίθιους λόγους που το κάνετε εσείς.

«Σε τρεις μέρες επιστρέφεις κάτω», πέταξε τα λόγια που περίμενα να ακούσω εικοσιτέσσερα ολόκληρα χρόνια σαν καρφιά.. Μα κάτι στο σιχαμερό του βλέμμα δεν μου άρεσε καθόλου.

«Δε λέω με τιμά η πρόσκληση.. Αλλά κράτα για αλλού τις μαλαγανιές σου, και λέγε τί μου κρύβεις.»

«Ο αρχηγός πέθανε. Έχουμε εκλογές. Σε τρεις μέρες να ‘σαι έτοιμος» είπε και με ένα χτύπημα των δυο στραβοδαχτύλων του εξαφανίστηκε.

Πραγματικά αυτό ήταν απ’ τ’άγραφα! Ο αρχηγός δολοφονήθηκε και θα ‘χουμε εκλογές. Θα μου πείτε πώς είμαι τόσο σίγουρος πως δολοφονήθηκε..? Βλέπετε ‘μεις οι καλικάντζαροι είμαστε αθάνατοι. Ο μόνος τρόπος να πεθάνουμε είναι είτε να μας κόψουν το κεφάλι, είτε να μας ξορκίσουν, που παραείναι περίπλοκο, οπότε συνήθως ακολουθούν τον τρόπο των Χάιλαντς.

Και τώρα έχουμ’ εκλογές.. Διάολε! Θα χυθεί αίμα...

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Ένα - Μηδέν (1-0)

Βρισκόμουν σε έναν κεντρικό δρόμο της πόλης, και έγλειφα αδιάφορα το μπροστινό μου πόδι (είχα πάρει τη μορφή μιας καφετιάς κεραμιδόγατας με φουντωτό τρίχωμα) παρακολουθώντας τους ανθρώπους να κάνουν περαντζάδα με τις ομπρέλες τους.

Ενώ προσπαθούσα να καταπνίξω την επιθυμία μου ν'αρχίσω τις τρικλοποδιές, άρχισαν στα καλά καθούμενα να ακούγονται κάτι διαπεραστικά ουρλιαχτά. Αναπήδησα και γούρλωσα τα μάτια τρομαγμένος, ψάχνοντας την πηγή της ηχορύπανσης. Όταν είδα πως ήταν για άλλη μια φορά δυο δικοί σας να τρώγονται σαν τα ποντίκια πάνω απο ένα κομμάτι τυρί, συνέχισα το γλείψιμο με θέα τον ποντικοκαυγά. Ναι, η αλήθεια είναι πως κατά βάθος το χαιρόμουν, αλλά πραγματικά νομίζω πως έχετε ένα θεματάκι με τις διαφορές και τις συγκρίσεις...

Θα σας έλεγα αθεράπευτα βλαμμένους, αλλά επειδή είμαι στις καλές μου, μου αρκεί να σας πω κομπλεξικούς. Δηλαδή ειλικρινά τώρα... Θα μπορούσατε να έχετε περισσότερες διαφορές?! Και ξεκινώ...

-Διαφορές φυλετικές
-Διαφορές υλικές
-Διαφορές ιδεολογίας
-Διαφορές ηλικίας
-Διαφορές φύλου (στα δύο τελευταία ειδικά να δείτε τι άνετοι που είμαστε 'κει κάτω... Όχι οτι μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς δηλαδής, αφού αν έρθει και στην πέσει κανείς έτσι όπως είμαστε, ούτε θα καταλάβεις αν είναι θηλυκός, αρσενικός, μεγάλος ή μικρός... και νομίζω αυτό μας κάνει πανσέξουαλ...)

Θα μπορούσα να συνεχίσω με διάφορες διαφορές, αλλά επειδή βαρέθηκα να ασχολούμαι με την περίπτωσή σας, σταματάω εδώ. Εγώ πάντως λέω να πάρετε παράδειγμα εμάς. Δείτε τι ωραία και χαρούμενα προσπαθούμε όλοι μαζί να πριονίσουμε το δέντρο που βαστάει τη γη. Και δεν θα δείτε ποτέ μα ποτέ καλικάντζαρους να 'χουν διαφορές. Γιατί όπως λέει και μια ξωτικοπαροιμία...

"Να συγκρίνεις μη γυρεύεις στον κόσμο αυτό,
 γιατί σκόνη θα γενείς κι εσύ κι εγώ."

Καλικάντζαροι-Άνθρωποι   1-0

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Μαλαγανοτρικλοπόδης Πλανήταρος

Εγώ λοιπόν είμαι ο Πλανήταρος, ο πιο ξύπνιος και μορφονιός καλικάντζαρος που θα βρείτε στην πιάτσα. Όλο τ'όνομά μου είναι Μαλαγανοτρικλοπόδης Πλανήταρος, αλλά 'σεις λέτε με Πλανήταρο να ξεμπερδεύετε. Βέβαια σα ξωτικό κι εγώ τα 'χω τα χαρίσματά μου και μάλιστα τρία (οι περισσότεροι έχουν απο κανένα ως ένα).

Καταρχάς είμαι Μαλαγάνας που πάει να πει πως έχω πειθώ. Οι περισσότεροι Μαλαγάνες τη χρησιμοποιούν για να πάρουν κάνα γλυφιτζούρι απο τα μικρά σας. Μετά έχω το φοβερό χάρισμα του Τρικλοπόδη, το οποίο σε συνδυασμό με τους Κουλοχέρηδες βγάζει πολύ γέλιο! Και επίσης έχω το χάρισμα ν'αλλάζω την εμφάνισή μου σε ζώο της αρεσκείας μου, πάνω-κάτω στο μέγεθος μου όμως, μη ξεχιλώσω, όπως ο Κούταρος που ακόμα τον έχουνε στα επείγοντα γιατί ήθελε ντε και σώνει να μεταμορφωθεί σε ελέφαντα. Αυτή τη στιγμή σας γράφω με την κανονική μου μορφή που 'ναι κι η πιο όμορφη.

Για κακή μου τύχη λοιπόν βρέθηκα να ζω εδώ κι εικοστέσσερα χρόνια στη βρωμοπολιτεία σας. Δε λέω τις έκανα τις μαλακίες μου (θα σας μιλήσω άλλη φορά γι'αυτό) και μ'εγκλώβισαν τα τσογλάνια οι δικοί μου 'δω πάνω, και τώρα τις πληρώνω μια-μια (τις μαλακίες).

Που λέτε για μας τους καλικάντζαρους, δεν υπάρχει μεγαλύτερος φόβος απ'το να ζούμε στη γη. Καυσαέριο, τσιμέντο, άσε το άγχος, και ληστάδες, και φονιάδες, να μην πω για τους τρελούς. Χειρότεροι κι απο 'μας γίνατε, άσε που δεν έχουμε και λόγο να 'ρθουμε να σας αναστατώσουμε. Τα καταφέρνετε και μόνοι σας με τη γραφειοκρατία.. Και τα Χριστούγεννα δηλαδή, το τραβούσαμε το ζόρι για να 'ρθούμε ως εδώ πάνω. Δε λέω, τα βγάζαμε τα γούστα μας, αλλά όσο περνάνε τα χρόνια, όλο και λιγότερους βλέπω να 'ρχονται. Τόσο σκατά τα 'χετε κάνει.. Για να καταλάβετε, πέρσι τα Χριστούγεννα πέντε συνάδελφοι ήρθαν όλοι κι όλοι... Και μέσα σ'αυτούς κι ο Μαλαπέρδας που δεν μετράει γιατί εσείς έχετε τρακόσους τέτοιους κλεισμένους μέσα σε μια "δουλή" θαρρώ τη λέτε. Άρα τέσσερις.

 Τώρα που το ανέφερα, αυτή η δουλή εγώ μια φορά δεν χαμπάριασα τι ρόλο βαράει... Είναι 'κει κάμποσοι χοντρομπαλάδες και ξινομούρηδες, -πιο κουτοί κι απ'τους δικούς μου 'κει κάτω δηλαδής- και όλο μιλάνε. Γλώσσα δε βάζουν μέσα. Μέχρι κι ο Γιωργής ο Μαλαγάνας μια φορά, θα 'χε βαρεθεί την πάρλα και θ'άφηνε τα ζαχαρωτά για τα μούλικα... Άκουσα βέβαια τις προάλλες μια μάινα να λέει πως αυτοί σας κυβερνάνε, αλλά επειδή δε γίνεται να 'στε τόσο ζωντόβολα, δεν την πίστεψα.

 Τέλος πάντων επειδή ακούω θόρυβο απ'έξω, και μάλλον ήρθαν οι ιδιοκτήτες του σπιτιού, θα σας αφήσω τώρα και τα λέμε σύντομα, απ'άλλο σπίτι όμως γιατί σ'αυτό είχε μόνο μπρόκολα και σόδες στο ψυγείο, και μ'έκοψε η λόρδα.