Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Μπάαλ

Όταν άνοιξε ο σάκος, δεν μπορούσα να αποφασίσω τι με ενοχλούσε περισσότερο, ο πονοκέφαλος, ή το άδειο μου στομάχι. Βρισκόμασταν σε μια πολύ μεγάλη πέτρινη αίθουσα, αρκετά κάτω απο τη γη. Το μόνο που ακουγόταν ήταν η φωτιά των δαυλών που σιγόκαιγαν και οι ρυθμικές σταγόνες απο τους σταλακτίτες. Ένας επιβλητικός βράχος βρισκόταν στο κέντρο. Δυο αγριοχερούκλες με τραβήξανε έξω και με σείρανε μπροστά σε δυο γνώριμα ασχημοπόδαρα. Σήκωσα το ταλαιπωρημένο μου κεφάλι.

«Λοιπόν Σανατάριε, το έχω πια αποφασίσει. Θα είσαι ο πρώτος που θα γευτεί την ολοκαίνουρια Πουκολεπίδα μου.»

«Θα σου πρότεινα να κρατήσεις αυτή την τιμή για τον Μπάαλ, αν βέβαια προλάβεις να τραβήξεις το όπλο σου», είπε ο παλιόφιλός μου, και άρπαξε το αριστερό μου χέρι.

«Δεν ξέρω ποιος είναι αυτός ο Μπάαλ που μου λες, αλλά... ΑΟΥΤΣ!», ξεφώνισα ενώ ο Σανατάριος μου τρυπούσε την παλάμη με τη λεπίδα του. Έβγαλε απο την τσέπη του μια μικρή μυτερή μωβ πέτρα και την έχωσε μέσα στην πληγή μου.

«Αρχηγός εσύ θα είσαι
 Σε όλων τη ματιά,
Γιατί σημάδι φέρεις
Απ’τα χρόνια τα παλιά.
Και μέχρι το κεφάλι σου να πέσει,
Αρχηγός εσύ θα είσαι», απήγγειλε και άνοιξε τα μάτια του με ένα χαμόγελο στα στραβά του χείλη.

«Τα συγχαρίκια μου! Είσαι ο νέος αρχηγός των Καλικαντζάρων!... Για όσα λεπτά σου απομένουν.. Και τώρα, Πλανήταρε, επίτρεψέ μου να σου γνωρίσω, τον Μπάαλ!»

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα. Ξαφνικά οι ήχοι άρχισαν να χάνονται σαν τα τους είχε ρουφήξει κάποια δίνη. Η γη κάτω απο τα πόδια μου άρχισε να τρέμει. Είδα τους δυο φρουρούς και τον Σανατάριο να χτυπούν τα δάχτυλά τους και να εξαφανίζονται με χαμόγελα στα χείλη. Τους φώναξα, μα η φωνή μου δεν ακούστηκε. Ο τεράστιος βράχος στο κέντρο της αίθουσας σχίστηκε σε κομμάτια.

Σε γενικές γραμμές δεν είμαι τύπος που πανικοβάλλεται, όμως εκείνη τη στιγμή, θα σας το ομολογήσω. Είχε παγώσει το ήδη κρύο αίμα μου. Πέτρινα κομμάτια άρχισαν να πέφτουν ολόγυρα χωρίς κανένα θόρυβο, και απο το βράχο πετάχτηκε ένα γιγάντιο μειώδες χέρι τρεις φορές μεγαλύτερο κι απ’τα δικά σας. Δεν χρειαζόταν να δω περισσότερα. Με τον πανικό μου να χτυπά κόκκινο, γύρισα και άρχισα να τρέχω προς την έξοδο της σπηλιάς. Έκανα να μεταμορφωθώ σε αίλουρο μα το περιβραχιώνιο που μου είχε δώσει ο φρουρός να φορέσω, δεν μου το επέτρεψε. Με μια βουτιά απέφυγα δυο πέτρες και τότε ένιωσα πίσω μου έναν ισχυρό τρανταγμό.

Ο Μπάαλ είχε ελευθερωθεί. Το έδαφος κάτω απ’τα πόδια μου τρανταζόταν στον καλπασμό του γιγάντιου τέρατος. Χωρίς καν να γυρίσω να κοιτάξω συνέχισα να τρέχω με όλη μου τη δύναμη προς την έξοδο. Με ένα σάλτο το κτήνος πέρασε πάνω απο το κεφάλι μου και προσγειώθηκε μπροστά μου, ύστερα γύρισε και με κοίταξε με τα κατάμαυρα χωρίς ασπράδι μάτια του. Ανοιγόκλεισε το στόμα του σε έναν άηχο βρυχηθμό. Θα έλεγε κανείς πως έμοιαζε με διασταύρωση κέρβερου και καλικάντζαρου. Ορθώθηκε στα πόδια του και κατέβασε το χέρι του με τα δολοφονικά του νύχια πάνω μου.

Αυθόρμητα, τράβηξα την λεπίδα μου σε μια ανέλπιστη προσπάθεια να αμυνθώ, έκλεισα τα μάτια και περίμενα το τραγικό μου τέλος. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα μα δε συνέβη τίποτα, και έτσι άνοιξα δειλά, τα μάτια μου. Βρισκόμουν μέσα σε μια χρυσή σφαίρα, που σταμάτησε το χτύπημα του Μπάαλ, ο οποίος εξαγριωμένος προσπαθούσε να τη σπάσει .

«Πλαν...», άκουσα άξαφνα μια φωνή να με καλεί. «Πλαν... πες μου που θα ‘θελες να βρίσκεσαι τώρα?»

«Πούκα? Εσύ είσαι?», ρώτησα κοιτάζοντας ολόγυρα.

«Πλαν... Δεν έχεις πολύ χρόνο... Που θα ‘θελες να βρίσκεσαι?»

Ο Μπάαλ είχε αρχίσει να ραγίζει τη χρυσή σφαίρα με τα χτυπήματά του. Δεν είχα καιρό για συζητήσεις..

«Σπίτι μου! Θα ήθελα να βρίσκομαι σπίτι μου!»

Το χρυσό τοίχωμα της σφαίρας στα πόδια μου άρχισε να στριφογυρνά, τραβώντας με προς τα κάτω. Σύντομα είχα μπει σχεδόν όλος μέσα, μα δεν μπόρεσα να κρατηθώ.. Έβγαλα το χέρι μου απο τη δίνη και έκανα μια άσεμνη χειρονομία στο κτήνος.

Την ίδια στιγμή έπεσα απο τον νυχτερινό ουρανό και έσκασα σαν ώριμο φρούτο στο έδαφος. Σηκώθηκα τρίβοντας την πλάτη μου και κοίταξα πάνω τη χρυσή σφαίρα να σκάει σα σαπουνόφουσκα και να αφήνει πίσω της μια ψιλή βροχή χρυσόσκονης. Χαμογέλασα, και κοίταξα ολόγυρα τα δέντρα του δάσους. Το βλέμμα μου σταμάτησε στο πιο μεγάλο και όμορφο δέντρο. Μια μικρή πόρτα υπήρχε στον κορμό του, με ένα σβηστό φανάρι κρεμασμένο στο πλάι.

Είχα γυρίσει σπίτι μου!

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Η πύλη

Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα και εγώ πεινούσα σα λύκος. Μπορεί βέβαια να έφταιγε το γεγονός πως είχα μεταμορφωθεί σε λύκο, αλλά η σκέψη δεν με βοήθησε καθόλου. Είχα αρχίσει να νευριάζω. Δεν μου αρέσει να με στήνουν, και άλλωστε δεν το ζήτησα εγώ να κατέβω ‘κει κάτω. 

Οι οδηγίες ήταν σαφείς. Να συναντήσω τον φρουρό, το σούρουπο έξω απο τη σπηλιά. Βέβαια όχι όποια κι όποια σπηλιά, αλλά την πύλη για το σπιτάκι μου που τόσο μου ‘λειπε. Το μόνο που με χώριζε απο τη θαλπωρή της πατρίδας μου ήταν αυτό το καταραμένο πλέγμα ολόγυρα της σπηλιάς. Δε θα ‘θελα να μάθω τι θα πάθαινε το σωματάκι μου αν το διαπερνούσα χωρίς άδεια.

Επιτέλους μετά απο ώρες αναμονής, η αυξημένη λυκίσια μου όσφρηση έπιασε την οσμή ενός δικού μου να πλησιάζει. Ένας καχεκτικός και κοντός καλικάντζαρος πλησίασε με κοφτά βήματα προς το μέρος μου. Έφτασε και στάθηκε μπροστά μου, απ’την άλλη μεριά του πλέγματος. Έβγαλε απο την τσέπη του ένα καφετί περιβραχιώνιο και το πέταξε μπροστά μου.

«Πρέπει να το φορέσεις πριν σ’αφήσω να περάσεις», στρίγγλισε με φωνή που θύμιζε χαλασμένο μοτεράκι. «Θα σε εμποδίσει να χρησιμοποιήσεις οποιαδήποτε ιδιότητά σου, μιας και θεωρείσαι ακόμα επικίνδυνος.»

Χωρίς δεύτερη κουβέντα πήρα την κανονική μου μορφή, το σήκωσα και το φόρεσα. Αν και τρωγόμουν να κάνω καζούρα στον δύστυχο χαμάλη, δεν ήθελα να πιέσω την τύχη μου παραπάνω. Με το που έκλεισα το κούμπωμα, το ένιωσα να σφίγγει γύρω απο τον καρπό μου. Μάλλον δεν θα είναι και τόσο εύκολο να το βγάλω. Ο καχεκτικός συμπατριώτης πήρε θέση και άρχισε να απαγγέλει.

«Να βγεις να μπεις, θε να μπορείς
Απο την πύλη δαύτη.
Θάνατο τώρα, δε θα βρεις
Απ’του ιστού τον ράφτη», γκάριξε ο φρουρός

«Αυτό ήταν? Τόσα χρόνια με κρατούσε ‘δω πάνω ένα ποιηματάκι?... Ας είναι...»

Πέρασα το δίχτυ και μπήκα μέσα στη σπηλιά με τον κοντοπίθαρο να προσπαθεί να φτάσει τον δρασκελισμό μου. Καθώς έβλεπα τα υγρά σκοτεινά τοιχώματα, και πατούσα τις σκληρές μυτερές πέτρες, άρχισαν να με κατακλίζουν γλυκιές αναμνήσεις. Είχα σχεδόν ξεχάσει πόσο όμορφη ήταν η πατρίδα μου. Αλλά δεν είχα ξεχάσει το δρόμο. Και σε αυτή τη στροφή έπρεπε να είχαμε στρίψει δεξιά.

«Εε, μικρούλη, έχω την εντύπωση πως πήραμε λάθος δρόμο.. Δεξιά πρέπει να στρίψουμε...», του είπα

«Αριστερά», απάντησε κοφτά.

«Είμαι σχεδόν σίγουρος πως...»

«Αριστερά», ξανα-απάντησε με τον ίδιο ακριβώς τόνο.

Συνέχισα να κατηφορίζω με τον κοντό να με ακολουθεί, και δε δίστασα να δείξω τον εκνευρισμό μου. Δεν κατάλαβα δηλαδής, επειδή ήμουν εξόριστος, τώρα θα μου φαίρονται όλοι σαν τον τελευταίο Μαλαπέρδα? Ε, όχι αυτό πάει πολύ...!

«Άκου να δεις... πώς σε είπαμε?», γύρισα να τον ρωτήσω, αλλά ο ζουμπάς είχε γίνει λούης! Ώσπου να καταλάβω τι γίνεται, κάποιος μου έριξε μια στο κεφάλι και είδα την οροφή της σπηλιάς, έργο του Γκαουντί (παλιός γνώριμος, μεγάλη ιστορία). Ένας άλλος με τράβηξε απ’τα πόδια και με έχωσε σε έναν σάκο. Πριν προλάβω να ρίξω κάνα μπινελίκι, έδεσαν το άνοιγμα, και με έσυραν ώσπου βρήκα σε μια κοτρόνα και το έργο του Γκαουντί άρχισε να σκοτεινιάζει, μαζί με τα πάντα γύρω μου.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Ένα δώρο απ'τα παλιά

Με γοργά και αθόρυβα βήματα έφτασα μπροστά στο ψυγείο, άνοιξα την πόρτα και έβαλα όσες λιχουδιές χωρούσαν στις τσέπες μου. Στρίμωξα δυο μπανάνες κάτω απο τις μασχάλες , φόρτωσα τα χέρια μου με ψωμιά και αλλαντικά και με μια σοκολάτα στο στόμα τράβηξα για το γραφείο του σπιτιού που μόλις είχα διαρρήξει. Έσπρωξα την πόρτα με το πόδι μου, άνοιξα το φως... αλλά δεν ήμουν μόνος..

Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα και η σοκολάτα έπεσε απο το στόμα μου. Καθόταν στην καρέκλα με το ροζ φορεματάκι της, και είχε τα πόδια πάνω στο τραπέζι, τα οποία κουνούσε ρυθμικά σε μια βουβή μουσική. Φορούσε όπως πάντα τις ριγέ της κάλτσες και τα κόκκινα γυαλιστερά παπούτσια, και με κοιτούσε με την άκρη των ματιών της. Κατάρα! Δεν περίμενα να την συναντήσω για τα επόμενα εκατό χρόνια! Ο λόγος που ήμουν παγιδευμένος ‘δω πάνω ήταν γιατί έσωσα αυτή τη χαζοβιόλα νεράιδα απο πέντε δικούς μου που προσπαθούσαν να της ξεριζώσουν τα φτερά.

«Γεία σου Πλαν...»

«Δεν ξέρω τι θες αλλά είμαι πολύ απασχολημένος», της απάντησα.

«Το βλέπω», είπε ενώ με παρακολουθούσε να προσπαθώ να σηκώσω τη σοκολάτα με το στόμα μου. «Το ξέρουμε κι οι δυό πως σου χρωστάω μια χάρη.»

«Γε μου χγωχτάχ μια χάγη, α--ά τη γωή χου!», μουρμούρισα αφού κατάφερα επιτέλους να σηκώσω τη σοκολάτα.

«Ακριβώς!» Πετάχτηκε όρθια πάνω στην καρέκλα και έβαλε τα χέρια στη μέση της. Τα διάφανα φτερά της ξεδιπλώθηκαν επιδεικτικά. «Και επειδή δεν θέλω να είμαι υπόχρεη σε κανέναν, και ξέρω πόσα πέρασες εγκλωβισμένος εδω πέρα, ήρθα για να σε βοηθήσω!»

«Δεν μπορείς να με βοηθήσεις σε κάτι, και να κατέβεις απ’την καρέκλα γιατί δεν έχω που να ακουμπήσω τα φαγητά μου.»

«Έμαθα για τις εκλογές σας και ήρθα για να σου προσφέρω αυτό!» είπε και έβγαλε απο την τσέπη της μια γυαλιστερή λεπίδα με χρυσή χειρολαβή.

Αυτή τη φορά μου έπεσαν όλα τα τρόφιμα κάτω. Είχα μείνει αποσβολωμένος να κοιτάζω την λεπίδα που είχα να δω εικοστέσσερα χρόνια! Συγκεκριμένα απο τότε που την έσπασαν σε χίλια κομμάτια οι δικοί μου, επειδής προστάτεψα μια νεράιδα. Και ένας καλικάντζαρος χωρίς τη λεπίδα του, είναι απροστάτευτος σαν ποντικός σε γατολημέρια. Την πήρα στα χέρια μου και την στριφογύρισα. Ήταν δυνατή όπως τότε, και έμοιαζε σαν να μην την έσπασαν ποτέ.  Ήταν το καλύτερο δώρο!

«Τι είναι αυτές οι χρυσές αηδίες πάνω της?», της είπα χωρίς να πάρω τα μάτια μου απο τη λεπίδα.

«Την διακόσμησα λίγο, όταν την έφτιαχνα. Δεν είναι πολύ γλυκιά?!»

«Χάλια είναι! ....Ευχαριστώ Πούκα..»

«Δεν κάνει τίποτα Πλαν. Νομίζω είμαστε πάτσι τώρα. Το καλό που σου θέλω, να σκίσεις εκεί κάτω!»

«Ό,τι θέλω θα κάνω! Δεν θα μου πεις εσύ!» της πέταξα λίγο πριν εξαφανιστεί αφήνοντας πίσω της μια μολότωφ χρυσόσκονης.