«Λοιπόν Σανατάριε, το έχω πια αποφασίσει. Θα είσαι ο πρώτος που θα γευτεί την ολοκαίνουρια Πουκολεπίδα μου.»
«Θα σου πρότεινα να κρατήσεις αυτή την τιμή για τον Μπάαλ, αν βέβαια προλάβεις να τραβήξεις το όπλο σου», είπε ο παλιόφιλός μου, και άρπαξε το αριστερό μου χέρι.
«Δεν ξέρω ποιος είναι αυτός ο Μπάαλ που μου λες, αλλά... ΑΟΥΤΣ!», ξεφώνισα ενώ ο Σανατάριος μου τρυπούσε την παλάμη με τη λεπίδα του. Έβγαλε απο την τσέπη του μια μικρή μυτερή μωβ πέτρα και την έχωσε μέσα στην πληγή μου.
«Αρχηγός εσύ θα είσαι
Σε όλων τη ματιά,
Γιατί σημάδι φέρεις
Απ’τα χρόνια τα παλιά.
Και μέχρι το κεφάλι σου να πέσει,
Αρχηγός εσύ θα είσαι», απήγγειλε και άνοιξε τα μάτια του με ένα χαμόγελο στα στραβά του χείλη.
«Τα συγχαρίκια μου! Είσαι ο νέος αρχηγός των Καλικαντζάρων!... Για όσα λεπτά σου απομένουν.. Και τώρα, Πλανήταρε, επίτρεψέ μου να σου γνωρίσω, τον Μπάαλ!»
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα. Ξαφνικά οι ήχοι άρχισαν να χάνονται σαν τα τους είχε ρουφήξει κάποια δίνη. Η γη κάτω απο τα πόδια μου άρχισε να τρέμει. Είδα τους δυο φρουρούς και τον Σανατάριο να χτυπούν τα δάχτυλά τους και να εξαφανίζονται με χαμόγελα στα χείλη. Τους φώναξα, μα η φωνή μου δεν ακούστηκε. Ο τεράστιος βράχος στο κέντρο της αίθουσας σχίστηκε σε κομμάτια.
Σε γενικές γραμμές δεν είμαι τύπος που πανικοβάλλεται, όμως εκείνη τη στιγμή, θα σας το ομολογήσω. Είχε παγώσει το ήδη κρύο αίμα μου. Πέτρινα κομμάτια άρχισαν να πέφτουν ολόγυρα χωρίς κανένα θόρυβο, και απο το βράχο πετάχτηκε ένα γιγάντιο μειώδες χέρι τρεις φορές μεγαλύτερο κι απ’τα δικά σας. Δεν χρειαζόταν να δω περισσότερα. Με τον πανικό μου να χτυπά κόκκινο, γύρισα και άρχισα να τρέχω προς την έξοδο της σπηλιάς. Έκανα να μεταμορφωθώ σε αίλουρο μα το περιβραχιώνιο που μου είχε δώσει ο φρουρός να φορέσω, δεν μου το επέτρεψε. Με μια βουτιά απέφυγα δυο πέτρες και τότε ένιωσα πίσω μου έναν ισχυρό τρανταγμό.
Ο Μπάαλ είχε ελευθερωθεί. Το έδαφος κάτω απ’τα πόδια μου τρανταζόταν στον καλπασμό του γιγάντιου τέρατος. Χωρίς καν να γυρίσω να κοιτάξω συνέχισα να τρέχω με όλη μου τη δύναμη προς την έξοδο. Με ένα σάλτο το κτήνος πέρασε πάνω απο το κεφάλι μου και προσγειώθηκε μπροστά μου, ύστερα γύρισε και με κοίταξε με τα κατάμαυρα χωρίς ασπράδι μάτια του. Ανοιγόκλεισε το στόμα του σε έναν άηχο βρυχηθμό. Θα έλεγε κανείς πως έμοιαζε με διασταύρωση κέρβερου και καλικάντζαρου. Ορθώθηκε στα πόδια του και κατέβασε το χέρι του με τα δολοφονικά του νύχια πάνω μου.
Αυθόρμητα, τράβηξα την λεπίδα μου σε μια ανέλπιστη προσπάθεια να αμυνθώ, έκλεισα τα μάτια και περίμενα το τραγικό μου τέλος. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα μα δε συνέβη τίποτα, και έτσι άνοιξα δειλά, τα μάτια μου. Βρισκόμουν μέσα σε μια χρυσή σφαίρα, που σταμάτησε το χτύπημα του Μπάαλ, ο οποίος εξαγριωμένος προσπαθούσε να τη σπάσει .
«Πλαν...», άκουσα άξαφνα μια φωνή να με καλεί. «Πλαν... πες μου που θα ‘θελες να βρίσκεσαι τώρα?»
«Πούκα? Εσύ είσαι?», ρώτησα κοιτάζοντας ολόγυρα.
«Πλαν... Δεν έχεις πολύ χρόνο... Που θα ‘θελες να βρίσκεσαι?»
Ο Μπάαλ είχε αρχίσει να ραγίζει τη χρυσή σφαίρα με τα χτυπήματά του. Δεν είχα καιρό για συζητήσεις..
«Σπίτι μου! Θα ήθελα να βρίσκομαι σπίτι μου!»
Το χρυσό τοίχωμα της σφαίρας στα πόδια μου άρχισε να στριφογυρνά, τραβώντας με προς τα κάτω. Σύντομα είχα μπει σχεδόν όλος μέσα, μα δεν μπόρεσα να κρατηθώ.. Έβγαλα το χέρι μου απο τη δίνη και έκανα μια άσεμνη χειρονομία στο κτήνος.
Την ίδια στιγμή έπεσα απο τον νυχτερινό ουρανό και έσκασα σαν ώριμο φρούτο στο έδαφος. Σηκώθηκα τρίβοντας την πλάτη μου και κοίταξα πάνω τη χρυσή σφαίρα να σκάει σα σαπουνόφουσκα και να αφήνει πίσω της μια ψιλή βροχή χρυσόσκονης. Χαμογέλασα, και κοίταξα ολόγυρα τα δέντρα του δάσους. Το βλέμμα μου σταμάτησε στο πιο μεγάλο και όμορφο δέντρο. Μια μικρή πόρτα υπήρχε στον κορμό του, με ένα σβηστό φανάρι κρεμασμένο στο πλάι.
Είχα γυρίσει σπίτι μου!