Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Η πύλη

Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα και εγώ πεινούσα σα λύκος. Μπορεί βέβαια να έφταιγε το γεγονός πως είχα μεταμορφωθεί σε λύκο, αλλά η σκέψη δεν με βοήθησε καθόλου. Είχα αρχίσει να νευριάζω. Δεν μου αρέσει να με στήνουν, και άλλωστε δεν το ζήτησα εγώ να κατέβω ‘κει κάτω. 

Οι οδηγίες ήταν σαφείς. Να συναντήσω τον φρουρό, το σούρουπο έξω απο τη σπηλιά. Βέβαια όχι όποια κι όποια σπηλιά, αλλά την πύλη για το σπιτάκι μου που τόσο μου ‘λειπε. Το μόνο που με χώριζε απο τη θαλπωρή της πατρίδας μου ήταν αυτό το καταραμένο πλέγμα ολόγυρα της σπηλιάς. Δε θα ‘θελα να μάθω τι θα πάθαινε το σωματάκι μου αν το διαπερνούσα χωρίς άδεια.

Επιτέλους μετά απο ώρες αναμονής, η αυξημένη λυκίσια μου όσφρηση έπιασε την οσμή ενός δικού μου να πλησιάζει. Ένας καχεκτικός και κοντός καλικάντζαρος πλησίασε με κοφτά βήματα προς το μέρος μου. Έφτασε και στάθηκε μπροστά μου, απ’την άλλη μεριά του πλέγματος. Έβγαλε απο την τσέπη του ένα καφετί περιβραχιώνιο και το πέταξε μπροστά μου.

«Πρέπει να το φορέσεις πριν σ’αφήσω να περάσεις», στρίγγλισε με φωνή που θύμιζε χαλασμένο μοτεράκι. «Θα σε εμποδίσει να χρησιμοποιήσεις οποιαδήποτε ιδιότητά σου, μιας και θεωρείσαι ακόμα επικίνδυνος.»

Χωρίς δεύτερη κουβέντα πήρα την κανονική μου μορφή, το σήκωσα και το φόρεσα. Αν και τρωγόμουν να κάνω καζούρα στον δύστυχο χαμάλη, δεν ήθελα να πιέσω την τύχη μου παραπάνω. Με το που έκλεισα το κούμπωμα, το ένιωσα να σφίγγει γύρω απο τον καρπό μου. Μάλλον δεν θα είναι και τόσο εύκολο να το βγάλω. Ο καχεκτικός συμπατριώτης πήρε θέση και άρχισε να απαγγέλει.

«Να βγεις να μπεις, θε να μπορείς
Απο την πύλη δαύτη.
Θάνατο τώρα, δε θα βρεις
Απ’του ιστού τον ράφτη», γκάριξε ο φρουρός

«Αυτό ήταν? Τόσα χρόνια με κρατούσε ‘δω πάνω ένα ποιηματάκι?... Ας είναι...»

Πέρασα το δίχτυ και μπήκα μέσα στη σπηλιά με τον κοντοπίθαρο να προσπαθεί να φτάσει τον δρασκελισμό μου. Καθώς έβλεπα τα υγρά σκοτεινά τοιχώματα, και πατούσα τις σκληρές μυτερές πέτρες, άρχισαν να με κατακλίζουν γλυκιές αναμνήσεις. Είχα σχεδόν ξεχάσει πόσο όμορφη ήταν η πατρίδα μου. Αλλά δεν είχα ξεχάσει το δρόμο. Και σε αυτή τη στροφή έπρεπε να είχαμε στρίψει δεξιά.

«Εε, μικρούλη, έχω την εντύπωση πως πήραμε λάθος δρόμο.. Δεξιά πρέπει να στρίψουμε...», του είπα

«Αριστερά», απάντησε κοφτά.

«Είμαι σχεδόν σίγουρος πως...»

«Αριστερά», ξανα-απάντησε με τον ίδιο ακριβώς τόνο.

Συνέχισα να κατηφορίζω με τον κοντό να με ακολουθεί, και δε δίστασα να δείξω τον εκνευρισμό μου. Δεν κατάλαβα δηλαδής, επειδή ήμουν εξόριστος, τώρα θα μου φαίρονται όλοι σαν τον τελευταίο Μαλαπέρδα? Ε, όχι αυτό πάει πολύ...!

«Άκου να δεις... πώς σε είπαμε?», γύρισα να τον ρωτήσω, αλλά ο ζουμπάς είχε γίνει λούης! Ώσπου να καταλάβω τι γίνεται, κάποιος μου έριξε μια στο κεφάλι και είδα την οροφή της σπηλιάς, έργο του Γκαουντί (παλιός γνώριμος, μεγάλη ιστορία). Ένας άλλος με τράβηξε απ’τα πόδια και με έχωσε σε έναν σάκο. Πριν προλάβω να ρίξω κάνα μπινελίκι, έδεσαν το άνοιγμα, και με έσυραν ώσπου βρήκα σε μια κοτρόνα και το έργο του Γκαουντί άρχισε να σκοτεινιάζει, μαζί με τα πάντα γύρω μου.

1 σχόλιο:

  1. Λοιπον, εμενα αυτος εδω ο ζουμπας οπως λες κι εσυ, καθολου δε μ'αρεσει. Μου χαλαει το ενεργειακο φενγκ σουι, πώς το λενε. Πρέπει να πάρουμε εκδίκηση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή